Ιστολόγιο

Παραλαβή ελέγχων 2016-2017
6ο Γυμνάσιο Ηρακλείου | 13/6/2017

Σας ανακοινώνουμε ότι μπορείτε να προσέρχεστε για  παραλαβή ελέγχων επίδοσης των ... Περισσότερα...

Παρουσίαση στο 7ο μαθητικό φεστιβάλ ψηφιακής δημιουργίας
Agile Scrum | 3/5/2017

Το Σάββατο 29-4-17, παρουσιάσαμε στο πολιτιστικό κέντρο Ηρακλείου τα εξαγόμενα της δουλειάς ... Περισσότερα...

Ενημερωτικός Οδηγός: Μετά το Γυμνάσιο για το ΓΕ.Λ. και ΕΠΑ.Λ.
από το ΚΕ.ΣΥ.Π. | 30/4/2017

Μετά το Γυμνάσιο, Τί; Μπορείτε να κατεβάσετε σε μορφή pdf τον οδηγό για το σχολικό έτος ... Περισσότερα...

Περισσότερες αναρτήσεις...
Κατηγορίες
Αρχεία

Αριστεία 2016-2017:

Α τάξη

Β τάξη

Γ τάξη

Το κουτί των αναμνήσεων

Εργασία στα Κείμενα Νεολληνικής Λογοτεχνίας Β τάξη, καθηγήτρια: Μαρία Λιναρίτη | 28/3/2017


Το κουτί των αναμνήσεων



 

12/3/2017

 

Επιτέλους  Σάββατο! Σήμερα πετάω για Ιαπωνία, όπου θα μείνω για δύο βδομάδες στης αγαπημένης μου γιαγιάς. Μια ολόκληρη μέρα έφτιαχνα τις βαλίτσες μου ανυπομονώντας να τη δω , να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, να ακούσω τη γλυκιά της φωνή και τις αμέτρητες αναμνήσεις της, που κάθε φορά μου διηγείται με ξεχωριστό τρόπο.

Έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και σκέφτομαι πώς θα είναι η ζωή μου στην Ιαπωνία. Το έχω αποφασίσει. Όταν τελειώσω τις σπουδές μου, θα φύγω από την Αμερική και θα πάω να ζήσω κοντά στη γιαγιά, στην πατρίδα της μητέρας μου. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν από το  ξαφνικό χτύπημα της πόρτας του δωματίου. Ο πατέρας μου μπήκε μέσα και πήρε τις βαλίτσες. Μου χαμογέλασε και μου έκανε νεύμα να πάω μαζί του. Πριν περάσω την πόρτα, γύρισα και έριξα μια τελευταία ματιά στο γαλάζιο μου δωμάτιο «Θα μου λείψεις» σκέφτηκα, έκλεισα την πόρτα πίσω μου και αποχαιρέτησα τη μητέρα μου. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο, παρέδωσα τις βαλίτσες και αποχαιρέτησα τον πατέρα.

Λίγες ώρες μετά, φάνηκε απ΄ το παράθυρο η Χιροσίμα. Αχ… αυτή η πανέμορφη, υπερσύγχρονη πόλη, με τις τεράστιες γέφυρες, τους πανύψηλους φωτισμένους ουρανοξύστες και τα αμέτρητα καταστήματα! Βγήκα απ΄ το αεροδρόμιο, πήρα ένα ταξί και ξεκίνησα για το σπίτι της γιαγιάς. Όταν έφτασα, την είδα να με περιμένει έξω από τη πόρτα με ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κατέβηκα απ΄ το ταξί,  της χαμογέλασα πλατιά και έτρεξα να την αγκαλιάσω.  Με καλωσόρισε στο πανέμορφο και ζεστό σπιτικό της με τον υπέροχο κήπο.  Καθώς πήγαινα πιο μέσα η μυρωδιά από το παραδοσιακό σούσι μου έσπαγε τη μύτη. Έπειτα με οδήγησε στο δωμάτιο μου για να τακτοποιήσω τα πράγματα μου. Όταν τελείωσα, κατέβηκα στο σαλόνι. Μια μικρή φωτιά σιγόκαιγε στο μεγάλο τζάκι δίπλα από τον καναπέ, όπου με περίμενε η γιαγιά μου με ένα ποτήρι φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα. Πήγα κοντά της, κάθισα στον καναπέ και εκείνη με τράβηξε στην αγκαλιά της. Μου χάιδεψε τα μαλλιά κι αρχίσαμε να μιλάμε κάθε μια για τα δικά της.

Το φαγητό δεν άργησε. Δύο αχνιστά πιάτα σερβιρίστηκαν από την «σεφ Akiko Yuko» τα οποία συνοδεύονταν από τις σοφές συμβουλές και παροιμίες της γιαγιάς σεφ, καθώς και τις ενδιαφέρουσες ιστορίες από τη ζωή της. Τελειώνοντας μου ζήτησε να κατεβάσω από τη σοφίτα μια κουβέρτα για να σκεπαστώ το βράδυ. Αμέσως ανέβηκα τη σκάλα που οδηγούσε στο μικρό ημιώροφο δωμάτιο. Κοίταξα χαμογελώντας τη σοφίτα. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή που καθόμουν εκεί με τις ώρες παίζοντας τα παιχνίδια μου και αγναντεύοντας από το μικρό παραθυράκι τη θέα. Βρήκα την κουβέρτα που μου είπε η γιαγιά σε μια γωνία. Όπως τη σήκωσα έπεσε κάτω ένα μικρό τετράγωνο κουτάκι με πινελιές μαύρου και σκούρου καφέ. Το πρόσωπό μου πήρε μια έκφραση απορίας. Το κούνησα και άκουσα κάτι να χτυπάει. Δεν άντεξα και το άνοιξα. Βρήκα μέσα μια φωτογραφία και ένα χρυσό κρεμαστό. Η φωτογραφία ήταν ασπρόμαυρη και φαινόταν πολύ παλιά. Απεικόνιζε

κάτι παιδάκια. Έφερα την εικόνα πιο κοντά και την παρατήρησα. Τα παιδιά ήταν βρόμικα, με σχισμένα ρούχα και φαίνονταν πολύ ταλαιπωρημένα και λυπημένα. Γύρισα τη φωτογραφία από πίσω. Έγραφε : «Χιροσίμα, 6 Αυγούστου 1945». Κατέβηκα κάτω κρατώντας το μικρό κουτί που κάτι μου έλεγε πως αυτά που περιείχε είχαν μεγάλη αξία για τη γιαγιά. Δεν της είπα τίποτα. Το έκρυψα πίσω από την πλάτη μου, καληνύχτησα  τη γιαγιά και πήγα για ύπνο γεμάτη σκέψεις και υποθέσεις για το τι μπορεί να σημαίνει το περιεχόμενο του κουτιού.

Το επόμενο πρωί, βρήκα τη γιαγιά στον κήπο καθισμένη στην κουνιστή της καρέκλα. Βλέποντας ότι κρατούσα το κουτί ταράχτηκε.

  • Πού το βρήκες αυτό; με ρώτησε.

  • Κάτω από την κουβέρτα που μου είπες χθες να κατεβάσω από τη σοφίτα. Ανοίγω το σκουρόχρωμο κουτί και της δείχνω απορημένη το περιεχόμενο. Τι είναι αυτά γιαγιά; Γιατί τα παιδιά στη φωτογραφία είναι τόσο ταλαιπωρημένα και λυπημένα; Ποιανού είναι αυτό το μενταγιόν; Η γιαγιά έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα.

  • Κάθισε, μου είπε. Φοβήθηκα. Η φωνή της είχε αλλάξει. Είχε γίνει πιο βαριά. Τα μάτια της χαμήλωσαν. Κατάλαβα πως αυτό που θα μου έλεγε δε θα ήταν χαρούμενο και αστείο σαν τις άλλες της διηγήσεις.

  • Γιαγιά τι έπαθες; Τη ρώτησα.   

  • Έχεις ακούσει για την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, την πόλη που βρισκόμαστε;

  • Ναι, είπα, ένας καθηγητής μάς είπε ότι οι Αμερικάνοι, με  απόφασή τους, έριξαν μία βόμβα στη Χιροσίμα, επειδή έτσι ο πόλεμος θα τελείωνε πιο γρήγορα και με λιγότερα θύματα από τις απώλειες που θα υπήρχαν σε ενδεχόμενη απόβαση στην Ιαπωνία ή από τη συνέχιση του πολέμου. Αυτό ξέρω.

  • Ώστε έτσι σας τα μαθαίνουνε… Όπως είπες κι εσύ ΘΑ είχε λιγότερα θύματα. 6… Αυγούστου… 1945…8:15. Συνέχισε με αργή και τρεμάμενη φωνή. Το μανιτάρι του τρόμου, η φωτιά, οι φλόγες εκτοξεύονταν, ανεμοστρόβιλος, ουρλιαχτά, βοήθεια, βοήθεια! Έκρυψε το πρόσωπό της λες και έβλεπε μπροστά της όλη αυτή τη φωτιά.  

  • Γιαγιά είσαι καλά; Τι είναι αυτά που λες; Έτρεξα στην κουζίνα και της έβαλα λίγο δροσερό νερό. Ήπιε μια γουλιά και συνέχισε.

  • Ήταν πρωί της 6ης Αυγούστου του 1945. Την προηγούμενη μόλις μέρα είχα γίνει δεκατεσσάρων.  Ο ήλιος είχε βγει στον ουρανό με το κίτρινο, λαμπερό πανωφόρι του, απλώνοντας τις ζεστές ηλιαχτίδες του πάνω από τη Χιροσίμα. Εγώ ήμουν στον κήπο μαζί με τη μητέρα μου και τη βοηθούσα να φυτέψει κάτι καινούρια φυτά που είχε αγοράσει ο πατέρας. Ξαφνικά, μια εκτυφλωτική λάμψη, παράλληλα με έναν δυνατό, τρομακτικό θόρυβο, μας έκανε να τιναχτούμε. Τα σπίτια μπροστά μας άρχισαν να τρέμουν και σε λίγα λεπτά σωριάστηκαν σε ερείπια, μέσα σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα από το σύννεφο σκόνης που κάλυψε τον ουρανό. Γύρω μας κι άλλα κτήρια κατέρρεαν σαν τραπουλόχαρτα. Γύρισα το κεφάλι μου προς το σπίτι μας και το είδα να διαλύεται. Όταν θυμήθηκα πως ο πατέρας ήταν μέσα, πάγωσα. Τον φώναξα με όσο περισσότερη δύναμη μπορούσα να βγάλω από μέσα μου.  Τελικά κατάφερε να βγει ζωντανός από τα χαλάσματα, με  αρκετά όμως τραύματα. Φλόγες ξεπηδούσαν από παντού, οι οποίες άρχισαν να φουντώνουν με τη βοήθεια ενός ανέμου που γινόταν όλο και σφοδρότερος. Ένιωσα τα χέρια της μητέρας να με τραβάνε. Τρέχαμε, τρέχαμε για πολύ ώρα προς άγνωστη κατεύθυνση. Προσπαθούσαμε, όπως και όλος ο κόσμος που βρισκόταν στην πόλη, να σωθούμε. Ένιωθα σαν να έπεφτε ο ουρανός και να προσγειωνόταν μπροστά μας. Ο πατέρας μετά βίας περπατούσε στηρίζοντας το βάρος του στη μητέρα. Παντού φωτιά, ουρλιαχτά πόνου, τρόμου. Έβλεπα τους ανθρώπους γύρω μου να παλεύουν με έναν ανίκητο εχθρό και το όπλο του : έναν ανεμοστρόβιλο που πετούσε φωτιές. Έβλεπα γύρω μου ανθρώπους να καίγονται ζωντανοί. Ο δρόμος είχε γεμίσει πτώματα καμένα, βαριά τραυματισμένα. Ξαφνικά κοίταξα τον εαυτό μου και συνειδητοποίησα ότι τα ρούχα μου είχαν μετατραπεί σε κουρέλια εξαιτίας της θερμότητας. Είχα εγκαύματα στα πόδια, στα χέρια και στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Πονούσα πολύ, περισσότερο με τις απερίγραπτες  εικόνες που έβλεπα μπροστά μου. Φρίκη. Έβλεπα να προελαύνουν από μπροστά μου ανθρώπινες σκιές, πολλές από τις οποίες φαίνονταν να υποφέρουν από αβάστακτους πόνους και βάδιζαν με τα χέρια τεντωμένα. Αυτές οι μαύρες μορφές μου προξένησαν ιδιαίτερη περιέργεια. Έπειτα συνειδητοποίησα ότι ήταν φρικιαστικά καμένοι άνθρωποι που προσπαθούσαν να αποφύγουν την οδυνηρή επαφή των χεριών τους με τα πληγωμένα τους πλευρά. Η Χιροσίμα ήταν βαμμένη με τρία χρώματα : κόκκινο, μαύρο και καφέ. Η πανέμορφη αυτή πόλη είχε μετατραπεί σε μια φλογισμένη, νεκρή έρημο. Όλη αυτή η πόλη καταστράφηκε σε μια στιγμή και δεν είχα καταλάβει ακόμα πώς. Όλα μου φαίνονταν σαν ένα δημιούργημα της φαντασίας. Οι γονείς μου κι εγώ καταφέραμε να βγούμε ζωντανοί από τη φωτιά, με πολλά, φυσικά, εγκαύματα και πληγές. Εγώ όμως δεν ήξερα αν μέσα μου ζούσα ή είχα πεθάνει. Είχα πάθει σοκ. Μεταφερθήκαμε σε μια γειτονική πόλη όπου μείναμε στο νοσοκομείο για τρεις εβδομάδες. Εκεί πληροφορηθήκαμε για το τι είχε συμβεί στην πόλη, για την ατομική βόμβα με τα τεράστια ποσά ραδιενέργειας. Τα μάτια της γιαγιάς βούρκωσαν. Η μητέρα…, προσπάθησε να συνεχίσει αλλά το δακρυσμένο της πρόσωπο και η πληγωμένη της καρδιά δεν την άφησαν. Ήθελα να πάω να την αγκαλιάσω αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ από την καρέκλα. Ένιωθα τα πόδια μου καρφωμένα στο έδαφος. Κοιτούσα κάτω ανίκανη να αντιδράσω. Η γιαγιά μετά από λίγα λεπτά συνέχισε  : Η αγαπημένη μου μητέρα άφησε την τελευταία της πνοή μετά από ένα μήνα. Όλο της το σώμα είχε παραμορφωθεί από την ακτινοβολία, όπως και πολλών άλλων ανθρώπων. Τα υπόλοιπα χρόνια λοιπόν τα έζησα χωρίς τη μητέρα. Ο πατέρας μου έφερνε στο σπίτι έναν ψυχολόγο για να ξεπεράσω το σοκ της απώλειάς της και να προσπαθήσουμε και οι δύο να σβήσουμε τις εικόνες φρίκης από το μυαλό μας. Ποτέ όμως δεν τα καταφέραμε πραγματικά. Η καμένη πόλη, τα πτώματα, οι σκιές και η παραμορφωμένη εικόνα της μητέρας έχουν χαραχθεί στην καρδιά και το μυαλό μου. Το μόνο που μου απέμεινε από αυτή είναι το χρυσό της μενταγιόν που βρήκες μέσα στο κουτί. Δεν μπορούσα να βγάλω μιλιά. Έσφιξα τις γροθιές μου. Η γιαγιά πήρε το χέρι μου και το έσφιξε μέσα στα δικά της. Με κοίταξε γλυκά, μα με μάτια θλιμμένα και βουρκωμένα.

  • Δεν έπρεπε να στα πω, είπε και κατέβασε το κεφάλι. Αλλά, αφού με ρώτησες δεν μπορούσα να σου πω ψέματα. Συγγνώμη. Κατάφερα να νικήσω τη δύναμη που με κρατούσε κολλημένη στην καρέκλα και πήγα και την αγκάλιασα. Μας πήραν και τις δυο τα κλάματα. Καθόμασταν εκεί αγκαλιασμένες, ξεσπώντας, χωρίς να λέμε τίποτα.

  • Δε φταις εσύ, μη μου ζητάς συγγνώμη, σε παρακαλώ! Της είπα μετά από λίγο. Κάποια στιγμή έπρεπε να μάθω την αλήθεια και να μην είμαι τυφλωμένη με τα ψέματα που μας μαθαίνουν, με αυτά που τους βολεύουν να ξέρουμε, για να είμαστε περήφανοι για την πατρίδα μας. Γιαγιά, έμαθες ποτέ ποιοι συγκεκριμένα προκάλεσαν αυτή την καταστροφή;

  • Μετά από ένα χρόνο σχεδόν, διάβασα ένα άρθρο σε μια εφημερίδα του πατέρα, που μιλούσε για αυτό το γεγονός. Ο τίτλος του ήταν : «Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας στη Χιροσίμα». Από εκεί έμαθα ότι τη βόμβα την αποκαλούσαν «little boy» και ότι ήταν η πρώτη ατομική βόμβα που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε πόλεμο. Ο Πρόεδρος της Αμερικής, Τρούμαν, υπέγραψε το θάνατο τόσων χιλιάδων ανθρώπων και ο Πωλ Τίμπετς εκτέλεσε την εντολή. Η έκρηξή της, έγραφε ότι σκότωσε… 140.000 ανθρώπους. Και φυσικά όσοι επέζησαν, ζούσαν μέσα στο φόβο, δεν κατάφεραν να έχουν μια κανονική ζωή όπως ο υπόλοιπος κόσμος, τους είχε στιγματίσει αυτή η απερίγραπτη φρίκη.

  • Απορώ, γιαγιά, πώς τόσοι Ιάπωνες μπορούν να ζουν στο ίδιο σπίτι με τους εχθρούς τους. Η γιαγιά χαμογέλασε κάπως ψεύτικα και είπε:

  • Κι μπαμπάς σου, παιδί μου, είναι Αμερικάνος και ζει μαζί με τη μαμά σου που είναι Ιαπωνέζα. Όλα αυτά δεν στα είπα για να σε φανατίσω κατά των Αμερικανών. Εξάλλου, δεν έφταιγε ο απλός λαός για ό,τι τραβήξαμε, δεν το αποφάσισε αυτός. Χαμήλωσα το κεφάλι. Πώς δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι κι ο μπαμπάς μου είναι από την Αμερική ; αυτός ποτέ δε θα ήθελε ούτε να το ακούσει κάτι τέτοιο. Κι εγώ είμαι μισή Αμερικανίδα. Πώς φανατίστηκα τόσο πολύ;

  • Έχεις δίκιο γιαγιά, συγγνώμη. Τι φταίνε οι απλοί άνθρωποι ; Τι φταίγατε όμως κι εσείς; Γιατί να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι που προκαλούν τόσες και τέτοιες καταστροφές;

  • Όλοι είχαμε τόσα όνειρα, τόσες φιλοδοξίες. Κι όχι μόνο δεν καταφέραμε να ονειρευτούμε ξανά, αλλά χάσαμε και τους ανθρώπους μας, τη χώρα μας, την αγνή μας ψυχή, η οποία αντικαταστάθηκε από μια φρικιαστικά ταλαιπωρημένη και τσακισμένη ψυχή, παρέα με τη ραγισμένη μας καρδιά…  

Μάθημα : Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

 

Πληροφορίες : Βιργινία Γεωργιουδάκη, Γλυκερία Κόκουβα, Γεωργία Καραταράκη, Ελιάνα Βερδιάκη

Συγγραφή κειμένου : Χρυσάνθη Ανδριανάκη